ἀσκελής

ἀσκελής
Grammatical information: adj.
Meaning: `obstinate'; also `weak'? (Il.)
Derivatives: Adverb ἀσκελές, -έως.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Mostly derived from σκέλλω `dry up' either with α privativum `not dried up, weak' (cf. περι-σκελής `completely dried up, hard') or with α copulativum `dried up, hard' (note the contradiction). The latter meaning fits ἀσκελες αἰεί, with the notion `obstinately', but not κ 463, where it seems to mean `weak'. Cf. Bechtel, Lex. s. v., Winter Prothet. Vokal 18 m. A. 2 adducing ἀσκαλεῶς ἄγαν σκληρῶς H. (wrong for ἀσκελέως?).
Page in Frisk: 1,163

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκελής — dried up masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκελής — (I) ἀσκελής, ές (Α) 1. ο πολύ ταλαιπωρημένος, ο καταβεβλημένος 2. επίρρ. ἀσκελές (αιτ. ουδ.) και ἀσκελέως επίμονα, τραχιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης προελεύσεως τύπος με πολλές ερμηνευτικές δυσχέρειες. Μαρτυρείται στον Όμηρο και τον Νίκανδρο. Το θέμα… …   Dictionary of Greek

  • ἀσκελῆ — ἀσκελής dried up neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσκελής dried up masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσκελής dried up masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελεῖς — ἀσκελής dried up masc/fem acc pl ἀσκελής dried up masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελές — ἀσκελής dried up masc/fem voc sg ἀσκελής dried up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελοῦς — ἀσκελής dried up masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελέες — ἀσκελής dried up masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελέως — ἀσκελής dried up adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκελῶς — ἀσκελής dried up adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκελοποιός — ἀσκελοποιός, όν (Μ) (αποδίδεται στον Ασκληπιό) αυτός που δεν αφήνει κάτι να ξεραθεί ή να μαραθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασκελής (Ι) + ποιός < ποιώ] …   Dictionary of Greek

  • σκέλος — ους, το, ΝΜΑ 1. καθένα από τα κάτω άκρα τού ανθρώπου ή τα πίσω πόδια τού ζώου, που περιλαμβάνει τον μηρό, την κνήμη και το άκρο πόδι που καταλήγει στα δάχτυλα (α. «κολοβωμένα σκέλη» β. «τοῡ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη», ΚΔ γ. «τὰ σκέλη... καὶ τὰ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.